Menu

Με τη Τζουμερκιώτικη λαλιά.

«Θα αδράξω το κασάρ’ και θα σε κλαδέψω»

Γράφει ο Χρίστος Α. Τούμπουρος

Σε πολλά ο επισκέπτης στέκεται με δέος και κοιτά τον έρημο τόπο λες και τον εγκατέλειψαν θεοί και άνθρωποι. Εκεί, όπου η αρμονία χρωμάτων από τη μοναδική βλάστηση συνυπάρχουν με την ομορφιά και την εγκατάλειψη, έτσι για να θυμίζουν προηγούμενη ζωή και να τονίζουν το μέγεθος της εγκατάλειψης.

Δε θέλει και πολύ σκέψη να καταλάβει κάποιος «για ποιον τόπο ομιλεί ο Ποιητής!!!» Ασφαλώς για την Ήπειρο, όπου το άπλαστο αναρχικό βλαστομάνημα στη φύση, μαρτυρεί το ρήμαγμα της περιοχής. Και οι κάτοικοι έφυγαν και τα σπίτια ρήμαξαν και μόνο τα πυκνά δάση έμειναν στη θέση τους, ξεχασμένα και αδούλωτα. Κάτω απ’ το φουντωμένο φύλλωμα ολόκληρος κόσμος πεταλούδες, μαμούνια και μέλισσες. Kάθε λογής ζωντανά χαίρονται ανενόχλητα τα μυρωδάτα αγριολούλουδα. Από κατοίκους; «Έρμα μαντριά γεμάτα λύκ’ς».

Και οι κάτοικοι έφυγαν κι ούτε που μπορούν να γυρίσουν και σε λίγα χρόνια θα «ξεπετσώσουν» και τα γερόντια -φυσικός νόμος-,και μαζί, φυσικά, θα παρασυρθεί ό,τι απόμεινε από παράδοση, από Τζουμερκιώτικο πολιτιστικό δημιούργημα και ηπειρώτικο τρόπο ζωής και αξιοπρέπειας. Θα επακολουθήσει η λούμπρ’ της παγκοσμιοποίησης:

«Στης Πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι! Παντού είναι λύκοι! Ξανά στα Τάρταρα Ίσκιος, του ψάλτη λατρεία κ’ εσύ. Ψόφια όλη ή στάνη. Φέρτε να πιούμε, κούφιο νταηλίκι,για το αποκάρωμα που μας πρέπει, κι όποιο κρασί.» Κ. Παλαμάς

Και κάπου κάπου ακούγεται και η φωνή αυτών που απόμειναν και «φυλάνε Θερμοπύλες»˙ της Παράδοσης φυσικά, γιατί τα υπόλοιπα τα «πήρε το ποτάμι, τα πήρε ο ποταμός», όχι φυσικά ο Άραχθος, αλλά ο ποταμός της αδιαφορίας, της ανικανότητας και της ασχετοσύνης, αρμόδιων τε υπευθύνων. Και πριν μπουν και θρονιαστούν «οι λύκοι» ακούγονται κάπου κάπου κάτι φωνές γνήσιες, αληθινές, δηλαδή ηπειρώτικες .

Έχω την τιμή να συνομιλώ τακτικά με τη θεια Ανθή. Ενενήντα και βάλε, μετράει χρόνια.
«Ακου να σ’ πω μωρέ λυκοσκιλσμένο. Δε θέλ’ πολύ σκέψ’ να τα βάλ’ καλά στ’ κούτρα τ’ ο κάθε χαζοκοιμ’σμένος; Τι περιμέν’ς από ‘δω και πέρα; Όπως τα καταφέραμεν, ας τα γευτούμε τώρα».
Τόλμησα μόνο να της πω. «Εμείς, γιαγιά τι φταίμε; Άλλοι κυβερνούσαν τόσα χρόνια». Και τότε «ποιος είδε το θεό και δεν φοβήθηκε».

«Κάτσε μωρέ κρούνκο να σ’ πω, μην αδράξω το κασάρ’ και σε κλαδέψω.Άκου, μωρέ ζαλουταραμένο. Ήμουνα μ’κρόπαιδάκ’, όταν μ’ έπιασε «σκωληκοειδήτης. Η θεια μου η Βασίλου που ήταν η γιατρός, η ξεγενήστρα των τζουμέρκων , είπε στον πατέρα μου ότι είναι κομπιδιασμένο το έντερό μου και πρέπει οπωσδήποτε να με πάνε στα Γιάννινα, να με ξεκομπιδιάσουν. Μι φόρτωσαν στον Μπάλιο, το μ’λάρ’ του παπούλ’ και φύγαμαν για τα Γιάννινα. Ο πατέρας μ’ κι ο αδελφός τ’, ο μπάρμπα Νίκος, Θεός σχωρέστ’ την ψ’χούλατ’ς. Με το που ξεκινήσαμαν έπιασε μια βροχή, ένα κατραχούρ’, άλλο πράμα. Έχανες το θεό από μπροστά σου. Τι, να σ’ πω. Ώσπου να φτάσουμε στην Πλάκα είχε λασπώσ’ ο τόπος ούλος και ο Μπαλιος δυσκολεύονταν να περπατήσ’. Οι άντρες, άστα να πάνε. Αυτοί κοίταγαν μόνο να φτάσουμε στα Γιάννινα, μη χάσουμε το παιδί, έλεγαν και ξανάλεγαν…»

-Και περάσατε γιαγιά την γέφυρα;
Είδα τα μάτια της να βγάζουν φωτιές.
«Αμ, τι κάναμε μωρέ ντιλνό. Περάσαμαν. Αυτό το διοφύρ’ που εμείς το σταφνίζαμαν κι εσείς το γκρεμίσατε. Και μη πεις κουβέντα μωρέ κρούνκο γιατί θα σε κλαδέψω αλήθεια με το κασάρ’. Δεν φτάν’ που το γκρεμίσατε, αλλά και αποπατάτε πάνω του. Ψέματα, αφ’σκόλογα και φιστούρες. Τι να φκιάξτ’ εσείς. Εσείς τα καταγκρεμίσατε. Σας δώσαμαν τόπο λεύτερο και μας βάλατε δραγάτ’ τ’ς συμμάχους, όπως τους λέτε. Δεν είστε ικανοί να σιάξτε μια χεσιά τόπο, θα σιάξτε και την πατρίδα μας; Ναι, μωρέ για τα’ν πατρίδα σ’ κρένω, όχι γι’ αυτήν που τ’νκαταντήσατ’. Για τη λεβεντογέννα Ήπειρο που την απελευθέρωσαν παλικάρια. Όχι σαν εσάς, που είστε κουραδομηχανές.»

«Ντροπή, γιαγιά. Ντροπή».
«Ντροπή και γάνα στα μτσούνια σ’, μωρέ κούτσουρο, μη σε ξετσιουαλιάσω. Τι ντροπή και τι πομπή. Άκου… Δεν τέλειωσα. Πήγαμαν στα Γιάννινα με σιάσαν οι γιατροί και σώθ’κα. Και μεγάλωσα κι έκανα φαμπλιά και για να πορέψω μια ζωή πότ’σα εγώ κι ούλοι μας με αίμα και ιδρώτα το Τζουμέρκο. Και τόχανούλ’ παράδειγμα. Να μη γίν’ αυτό πούγινε με την Ανθή. Είχε τύχη. Θα λειτουργήσουν Κέντρα Υγείας. Άλλωστε η υγεία είναι δικαίωμα του λαού. Αυτά μας τσαμπούναγαν. Και τι έχουμε τώρα; Παιδιά δεν υπάρχουν, γιατροί αμούντ, δάσκαλος γιοκ, παπάς στη χάσ’ και στη φέξ’ κι ούλο το χωριό ένα ρημαδιό. Αυτή είνι η κατάντια μας. Θάρθουν να μας πουν τίποτις; Μη κρέν’ςκαθόλ’. Θα το πάρω το κασάρ’. Πριν πάρω το κασάρ’ θα πάρω τον φορτωτήρα και θα ζιοκιάσω .,.. ξέρ’ς εσύ ποιους…»

Δεν έβγαλα μιλιά… Το φοβάμαι το ζιόκιασμα.

«Κάποια ρόδα είν᾿ έτοιμα ν᾿ ανθίσουν
εδῶ κάτου κ᾿εδῶ πέρα
μὲτ᾿αρχαῖα τα ροδοκάλια
και προσμένουν τα καινούργια αηδόνια
να τους γλυκοκελαιδήσουν
μέσ᾿ στον ὁλογάλανον αέρα.»
Κ. Παλαμάς

Μάκάρ’ παιδάκι μ’, μακάρ’ που θα ‘λεγε και η θεια η Ανθή…