Η αγανάκτηση “έπνιξε” την Τζουμερκιώτισσα.

Η αγανάκτηση «έπνιξε» την Τζουμερκιώτισσα

 

Γράφει ο Χρίστος Α. Τούμπουρος

Άλαλα και πάλαλα!  Mας αποδοκίμασ’ ο Θεός, μ’ αυτά που γλέπ’ από κει πάν’! Τόσα αφύσ’κα πράγματα και τέτοιες πατσιαβέλες που κάνουμε. Αμ, τι θα μας άφ’νε; Και χτύπ’σε εκεί που μας τσουζ’ και μας τσουρουφλίζ’.  Βάρεσε το διοφύρ’, έτσι για να μας έρθουν απόχάκ’ και οι Τούρκ’. 

Εκατό χρόνια από τότε που λευτερώθ’κε όλο το Τζουμέρκο  στα χαρτιά. Γιατί λεύτερ’ οι Τζουμερκιώτες ήταν πάντα. Λεύτερα πάντα ζούσαμε. «Κάπα, ντρουβά και ντφέκ’». Κι  τον μέσα Τούρκο, τον είχαμε διώξ’ και τον όξου τον είχαμε στείλ’ στα τσακίδια.

Και το δείξαμε. Και συμβολίσαμε τη λευτεριά μας. Το σύμβολό μας;  Το γεφύρ’.  Χρόνια , εκατόν πενήντα, στέκονταν εκεί μεγαλόπρεπο και επιβλητικό. Το βάραινε πολλά χάκια κι αυτό υπομονετικό μας εξυπηρετούσε. Και του λόγου μας, «δεν πατούσαμε την τάβλα των διαβόλων», όταν περνούσαμε το διοφύρ’. Περήφανα και καμαρωτά το περνάγαμε. Γιατί, πώς να το κάνουμε; Την αξιοπρέπεια του Έλληνα, όλοι την ξέρουν.  Γι’ αυτό σταφνισμέν’ πάντα περνούσαμε.

 Δεν ήταν καθόλου κισκέτ να χαθεί.  Να πέσ’ το γεφύρ’ και να πάν’ οι πέτρες κουτλουκβάρ’ κατά κάτω στο φράγμα.

Και πήγαν… Πρωτύτερα είχε πάει κατά διαόλ’  η συνείδηση του  Έλληνα και ο σεβασμός στις αξίες , τα μνημεία και τα σύμβολα. Σιγά μη σκοτίστηκε κανείς για το Τζουμέρκο. Και το διοφύρ’ παρατημένο. Και το Τζουμέρκο ξεγραμμένο. «Έρμα μαντριά γεμάτα λύκς».

Τα μαντριά ορφάνεψαν κι έδειξαν το δρόμο. Και ποιος σας είπε μωρέ λυκοσκυλσμένα ότι η πατρίδα είναι μόνο ο τόπος . Πατρίδα είναι και ο πολιτισμός, το μεράκι και ο καημός του Έλληνα. Δεν πεθαίνουν οι αξίες, όπως και δεν πεθαίνει και το διοφύρ’. Εκεί χρόνια και χρόνια οι Τζουμερκιώτες συνέταξαν την ελευθερία τους… Αγώνες και θυσίες. Κι όταν ήταν το σύνορο και όταν απελευθερώθηκε ολόκληρη η Ήπειρος. Έτσι, μού ‘ρχεται να θρηνολογήσω.

Εκεί, δίπλα στο διοφύρ’ έγιναν μάχες και μάχες για την απελευθέρωση της πατρίδας μας. Μάχες κατά των κατακτητών είτε αυτοί ήταν Τούρκοι ή Γερμανοί… Σ’ αυτόν τον τόπο μπολιάστηκε και θριάμβευσε η «αδούλωτη» ψυχή του Τζουμερκιώτη.

Τζουμέρκα μου περήφανα, παλικαριών λημέρια.

Και στην Κατοχή εκεί στο  διοφύρ’ «ειρήνευσαν», έστω και για λίγο.

Και μετά «πατήσαμε τ’ αυγό και φτάσαμε στον ουρανό!». Τα παρατήσαμε όλα. Γεφύρια, ποτάμια, πηγές και αέρας  μπήκαν στο μάτ’ της άμεσης και στυγνής ιδιωτικοποίησης.  Τ’ αφήσαμε και ψάχναμε πότε « θα φ’σύσ’ ο αγέρας να λιχνίσουμε το στάρ’».

Κι αυτό μας βαρέθ’κε και μας παράτ’σε. Και θρουμπιάστ’κε.

Θρήνος, ρακουμάνισμα, κλαυθμός  και οδυρμός σ’ όλο το Τζουμέρκο.

Κι ήρθε και καλά έκανε ο Υπουργός, να δει, να επιθεωρήσ’ και να δώσει ορμήνιες. Σπολάτ. Όλα καλά. Εκείνα τα κολαούζα σαν «πολιτική εξάρτηση γιλέκου» -έτσι τους είπε κάποιος- που ακολουθούσαν -Τζουμερκιώτες κι αυτοί- ποιος ή ποια τους έφερε στο γεφύρ’;  Αυτοί ήταν μουστερήδες… Άντε μην πω τίποτε άλλο και πάρω και κανένα στούμπο και τους βαρέσω στο ρζάφτ’ και τότε να δεις πώς μετράν τα απιδιές στο Καναβοτόπ’ και τα γκόρτσα στους Μελισσουργούς.

Κι είδα κάτι σπουδαγμένους να  γράφουν  ότι «σωροβολιάστηκε». Πού να ξέρουν αυτοί τι σημαίν’ αυτό. Σωροβολιάζεται το  γεροντάκ’, χωρίς καμιά αντανακλαστική κίνηση, χωρίς φωνή και χωρίς αντίδραση. Φτιασιδωμένες φάτσες, με περίσσευμα στενοχώριας!

Το γεφύρ’ αντιδρά και φωνα’ζ’. Φωνή τρανή.

«Η ζωή των ανθρώπων και, φυσικά των Τζουμερκιωτών, δεν είναι μόνο αριθμοί που απεικονίζουν τα κέρδη και τις κονόμες. Πάνω απ’ όλα είναι η αξιοπρέπεια: ατομική, οικογενειακή, εργασιακή, κοινωνική, εθνική και φυσικά Τζουμερκιώτικη. Να σέβεστε μωρέ φασμακωμένα τον ίδρωτα, τον κόπο, τον καημό, την προσπάθεια,  την ιστορία και τον πολιτισμό  του τόπου μας».

Το διοφύρ’ θα γέν’ πάλι.

Ο Λούλης, αυτός ο πανάξιος Ηπειρώτης , το δήλωσε: «Η οικογένειά μου θα χρηματοδοτήσει  την κατασκευή του».

Ήθος, Αξιοπρέπεια, Διδασκαλία. Εύγε!

Exit mobile version