Άρθρα

Εκτύπωση

Χοροί και πανηγύρια: Μύθος και πραγματικότητα

on .

ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ 

  Του Δημήτρη Στεργιούλη   

Πανηγύρι: «παν» και «άγυρις», που σημαίνει συνάθροιση πλήθους- αγορά. Ομαδικός εορτασμός της μνήμης αγίου ή άλλης θρησκευτικής επετείου, με τη συμμετοχή κατοίκων της περιοχής, συνοδευόμενη με υπαίθρια αγορά, χορό, παραδοσιακή μουσική, διασκέδαση.

Τα πανηγύρια μας, οι χοροί, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι σίγουρα και παραμένουν μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Δεν υπάρχει χωριό της Ελλάδας, που να μην έχει και κάποιο πανηγύρι. Ιδίως το καλοκαίρι βροντάνε τα όργανα σε όλες τις γωνιές της, ακόμα και στις πιο απόμακρες. Δύσκολο επίσης να συναντήσουμε κάποιον Έλληνα, που να μην επισκεφτεί το καλοκαίρι κάποιο πανηγύρι. Δεν έχει άδικο ο Στράτης Μυριβήλης που αναφέρει: «Δεν υπάρχει γένος πιο φιλέορτο απ’ το δικό μας. Ζούμε κάνοντας μια γιορτή και περιμένοντας μια γιορτή».

Η Ήπειρος είναι το γεωγραφικό διαμέρισμα, όπου τα πανηγύρια και οι χοροί κρατούν ακόμα καλά ή τουλάχιστον δεν έχουν αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Οι περισσότεροι Ηπειρώτες, αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν από πολύ νωρίς και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια υπέρμετρη αγάπη και νοσταλγία  για την πατρίδα τους. Τα πανηγύρια αποτελούν μια πρώτης τάξης ευκαιρία και αφορμή, για μια έστω ολιγοήμερη επιστροφή στην πατρίδα. 

Τα πανηγύρια μας άλλοτε και τώρα 

 
           Θεοδώριανα Δεκαπενταύγουστος του 1936

 Θεοδώριανα: Δεκαπενταύγουστος του 1936: Όλο το χωριό, γυναίκες, άντρες και παιδιά, με τα καλά τους φορεμένα, στην πλατεία του χωριού, για το πανηγύρι και το «διπλοκάγγελο». Οι οργανοπαίχτες, καθισμένοι σταυροπόδι, κάτω απ’ τον τεράστιο πλάτανο. Δύσκολη η δουλειά τους, μιας και θα έπαιζαν ακατάπαυστα τρία μερόνυχτα. Εκεί και οι πρωτοπόροι της Ελληνικής ιστορικής φωτογραφίας, Σπύρος Μελεντζής και Κώστας Μπαλάφας. Θυμάται ο τελευταίος: « …με τον Σπύρο Μελεντζή πρωτοανταμώσαμε στα 1936 στα Θεοδώριανα Άρτας. Ο Σπύρος κάλυψε 90 χιλιόμετρα πεζοπορώντας ζαλιγκωμένος με τη συμβία του της φωτογραφικής τα σύνεργα εκείνου του καιρού, για να φωτογραφίσει το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου που κρατάει τρία μερόνυχτα…».Κώστας Μπαλάφας: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/12/2004.

 

 Θεοδώριανα: Δεκαπενταύγουστος γύρω στα 1975: Ξημέρωμα δεκαπενταύγουστου στο μαγαζί του συχωρεμένου μπαρμπα- Τάκη Παπαντζίκου. Το κλαρίνο του θρυλικού «Τσίλια», Βασίλη Στεργίου σε οίστρο, χωρίς μικροφωνικές. Ο Γιώργος Κολτούκης, με το αυθεντικό του χορευτικό ταλέντο, ακροβατεί ιεροτελεστικά πάνω σε τρία αναποδογυρισμένα κρασοπότηρα, χορεύοντας την περίφημη «παπαδιά». Μεράκι, ξέσπασμα ψυχής, το κλαρίνο στ’ αυτί. Οργανοπαίχτης και χορευτής σε πλήρη αρμονία. Μετά το « γλυκοχαράζουν τα βουνά» και «ο σκάρος», καθώς οι πρώτες αχτίδες του ήλιου σκάνε στον Αι- Λια το Νεραϊδιώτικο.

Θεοδώριανα: Δεκαπενταύγουστος 2005: Η πλατεία ξανά γεμάτη από κόσμο. Τα ηχεία και οι μικροφωνικές στη διαπασών. Οι σύγχρονοι ήχοι του κλαρίνου, μπερδεύονται με τα μπουζούκια, τις ηλεκτρικές κιθάρες, τα ντραμς και τους ηλεκτρονικούς ήχους ξένης μουσικής. Τα χορευτικά παραδοσιακά συγκροτήματα μόλις έχουν τελειώσει την επίδειξή τους και οι χορευτές περιφέρονται χαμογελαστοί και φωτογραφίζονται μέσα στις ολοκαίνουργιες παραδοσιακές φορεσιές τους. Σουβλάκια, κουτάκια μπύρας, μικροπωλητές. Τον ουρανό σχίζουν χιλιάδες βεγγαλικά.Τρεις διαφορετικές εικόνες που δείχνουν την εξέλιξη του πανηγυριού μας στα Θεοδώριανα, που παραμένει απ’ τα ξακουστά πανηγύρια της Ηπείρου. Τρεις αντιπροσωπευτικές εικόνες για την εξέλιξη όμως και των άλλων πανηγυριών, μιας και η πορεία τους και η εξέλιξή τους είναι κοινή στο χρόνο.          

Είναι κοινά αποδεκτό, ότι τα πανηγύρια σήμερα έχουν χάσει σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό και θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά και το χαρακτήρα του «νυφοπάζαρου», που είχαν παλιότερα. Αγόρια και κορίτσια ζούσαν για τον ερχομό του πανηγυριού, που ήταν το γεγονός της χρονιάς. Περίμεναν πως και πώς να φορέσουν τα καλά τους, να ιδωθούν, ν’ ανταλλάξουν κρυφές ματιές, να ερωτευτούν, να χορέψουν, να διασκεδάσουν. Μια φορά το χρόνο είχαν αυτή τη δυνατότητα. Μεγάλη δυστυχία για κάποιον να λείπει απ΄ το πανηγύρι του χωριού του. « Τον πήραν τον Κολιό κι έχω μια τέτοια λύπη, θα ’ναι όλοι εδώ του Αϊ- Λιος και μόνο αυτός θα λείπει», λέει η πικραμένη μάνα για τον ξενιτεμένο γιο της, που έφυγε με τα μπουλούκια των μαστόρων εκείνης της εποχής και θα λείπει απ’ το  πανηγύρι  του χωριού, σε εξαίσιο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα.       

Σήμερα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι ευκαιρίες για διασκέδαση είναι πλέον καθημερινές και δεν περιμένει κάποιος το πανηγύρι για να γλεντήσει. Σε πείσμα όμως των χρόνων τα πανηγύρια αντέχουν κι αντέχουν καλά, κρατώντας το χαρακτήρα πλέον του «ανταμώματος» μεταξύ φίλων, συγγενών, συγχωριανών. Σαν ένα προγραμματισμένο και προκαθορισμένο ραντεβού, μια φορά το χρόνο, που συμβάλλει στην επανένωση και στη διατήρηση κοινών δεσμών των μελών της κοινότητας. 

 Παραδοσιακοί χοροί, χορευτικά συγκροτήματα 

Οι Δήμοι, οι κοινότητες και οι κάθε λογής σύλλογοι, θέλοντας τα πανηγύρια ν’ ανακτήσουν κάτι απ’ την παλιά τους μορφή και αίγλη, ανατρέχουν σε διάφορες εκδηλώσεις. Παραδοσιακοί χοροί  από χορευτικά συγκροτήματα, δημοτικές ορχήστρες στις πλατείες των χωριών, λοιπές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμβάλλουν πράγματι όμως όλα αυτά στη διατήρηση ή στον εκφυλισμό των πανηγυριών μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε ;Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 6.000! χορευτικά συγκροτήματα παραδοσιακών χορών.

 

  
      Διπλοκάγγελο στα Θεοδώριανα. Αύγουστος του 1970

Επίσης ιδίως τα τελευταία χρόνια κάθε πόλη αλλά και κάθε χωριό διαθέτει κι από έναν ή και περισσότερους «πολιτιστικούς» συλλόγους. Όλοι τους πιστεύουν ότι φροντίζουν για την παράδοση. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ένα καλοστημένο σόου χολυγουντιανού τύπου, σε κάποια κατάμεστη από πλαστικές καρέκλες  πλατεία κάποιου χωριού, με οργανοπαίχτες αμφιβόλου ποιότητας και ικανότητας, με χορευτές βγαλμένους σαν από μιούζικαλ να λάμπουν στις παραδοσιακές τους στολές, που καμία σχέση δεν έχουν με τις αυθεντικές παραδοσιακές στολές, πόσο παραδοσιακό μπορεί να είναι;

Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε, παρακολουθώντας μια τέτοια παράσταση, στο ίδιο έργο θεατές και μάλιστα κακοπαιγμένο;Και οι σημερινοί χοροί που παρουσιάζονται σαν παραδοσιακοί, με τα ακροβατικά, τις κωλοτούμπες, τα στημένα βήματα, που θυμίζουν γυμναστικές επιδείξεις, ποια μπορεί να είναι η σχέση τους παράδειγμα με το τσάμικο των προγόνων μας; Οι παραδοσιακοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, οι κλεφταρματωλοί, με τη βαριά φουστανέλα τους, δεν είχαν την πολυτέλεια για ακροβατικά και φιγούρες. Ο χορός τους ήταν απλός, ατόφιος, πηγαίος, όπως και η ίδια τους η ζωή. Ήταν αυτοσχεδιασμός, ανεπιτήδευτος, ανάλογα με τη διάθεσή τους. Χαρακτηριστική η μαρτυρία ενός πολύ καλού χορευτή του χωριού μας του παπα- Τσινέλου: «χορευτής είναι αυτός που χορεύει ένα βαρύ τσάμικο πρώτος κι αυτός που τον κρατάει δεν αισθάνεται καθόλου το βάρος του, χορεύει σαν να πετάει».

Υπάρχει διαπιστωμένη άποψη, που υποστηρίζει ότι οι παραδοσιακοί χοροί όπως παρουσιάζονται σήμερα έχουν υποστεί αλλαγές, προς το «καλλιτεχνικότερον». Χοροδιδάσκαλοι και χορογράφοι της αστικής τάξης των Αθηνών των αρχών του προηγούμενου αιώνα, φρόντισαν να «αποκαταστήσουν» τάχα τους χορούς, από την παραμόρφωση που υπέστησαν από μέρους των άξεστων και αμαθών φουστανελοφόρων χωρικών.

Να τι λέει το 1911, η υπεύθυνη της διδασκαλίας του χορού στο Λύκειο των Ελληνίδων, του κυριότερου φορέα διάδοσης και καλλιέργειας παραδοσιακών χορών,  Άννα Καλλιφρονά- Κρεστενίτου: « Επεδίωκον , να επαναφέρω τας ωραίας στάσεις και κινήσεις των χορευτριών της αρχαιότητας. Διά  εμέ ο χορός είναι ζήτημα αισθητικής και μόνον όταν οι κινήσεις είναι   έρρυθμοι, γραφικαί και καλλιτεχνικαί, συγκινείται η ψυχή του θεατή…» Και για να δείξει στις μαθήτριές της πώς χορεύονται οι παραδοσιακοί χοροί, τις πήγαινε στο αρχαιολογικό Μουσείο, για να παρατηρήσουν τις στάσεις και τις ωραίες κινήσεις των αγαλμάτων.  

Και ένας άλλος χοροδιδάσκαλος του Λυκείου Ελληνίδων στα 1911-13, ο Αργύριος Ανδρεόπουλος, γράφει « …μετά την πολυετή και ενδελεχή εργασίαν κατώρθωσα να υπάγω τους ελληνικούς χορούς εις ορισμένους κανόνες και να συστηματοποιήσω τρόπον τινά αυτούς εκ της φρικώδους παραμορφώσεως που υπέστησαν είτε εξ αμαθείας, είτε και ιδιοτροπιών αδικαιολογήτων…». Γιώργος Παπαδάκης:ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2/7/2003

Ας φανταστούμε λοιπόν, αν μπορούμε, πως μπορεί να ήταν ο συρτός, ο τσάμικος, ο καλαματιανός, πριν δεχθούν τις «καλλιτεχνικές» αλλαγές των παραπάνω. Άρα περισσότερο σκεπτικισμό πρέπει να μας προκαλούν σημερινές ανάλογες χορευτικές επιδείξεις, παρά πατριωτική έπαρση.Όμως στον αντίποδα όλων αυτών, υπάρχουν σήμερα στην χώρα μας και αρκετά χορευτικά, που με πράγματι αξιόλογους δασκάλους, έχουν μελετήσει σε βάθος τους παραδοσιακούς χορούς μας και τους παρουσιάζουν έτσι όπως ακριβώς τους ταιριάζει, λιτά και πραγματικά. Προσφέρουν πράγματι πολύτιμο έργο στην αυθεντική διάσωσή τους.

 Τα δημοτικά μας τραγούδια , οι οργανοπαίχτες και η σχέση τους με τα σημερινά πανηγύρια. 

 « Το φως είναι μπροστά του, απλό, αληθινό, εδώ δεν έχει πολλά λόγια. Με πέντε δέκα λιθάρια χτίζει ένα πύργο. Με δυο τρία πουρνάρια κάνει ένα δάσος, με τρία αγριολούλουδα μοσκοβολά ο τόπος. Πεντέξι άνθρωποι που κουβεντιάζουνε, ένα λημέρι τριγυρισμένο με ξερολιθιά, δυο πουλιά που πετάνε από πάνω, ένα μνήμα κοντά σε ρημοκκλήσι, κάτι γίδια που βοσκάνε, αυτά φτάνουνε για να νιώσεις όλη την πλάση. Γιατί ο ουρανός κι η γη κι όλα τα πλάσματα είναι παρών. Ποτέ το αίσθημα δεν ξεπέφτει σε μπόσικα γλυκοσαλιάσματα». Φώτης Κόντογλου, « Η μεγάλη μονοτονία της φύσης και των μεγάλων έργων», Αθήνα 2001.

Αυτό τον τρόπο διαλέγει ο Φώτης  Κόντογλου, που έχει υπηρετήσει ποικιλοτρόπως την ελληνική παράδοση, να περιγράψει το λαϊκό δημοτικό ποιητή. Τώρα ποια σχέση μπορούν να έχουν τα «δημοτικά» τραγούδια, που ακούγονται κατά κόρον σε πανηγυρικές εκδηλώσεις και σε πλατείες, με την παραπάνω περιγραφή; Οι παραμορφωμένοι ήχοι απ’ τα γιγαντιαία ηχεία, οι μικροφωνικές, οι πλαστικές καρέκλες, οι οργανοπαίχτες κι οι τραγουδιστές, πρώτα ονόματα πολλές φορές σε ανάλογες πίστες των Αθηνών, που βλέπουν το πανηγύρι σαν μια καλή ευκαιρία για μια βόλτα στην επαρχία, μια καλή αρπαχτή και αποβλέπουν μόνο στην «χαρτούρα» και που βαφτίζουν παραδοσιακό το κάθε τι; Για να φτάσουμε και στα δημοτικοφανή, νεοδημοτικά τσιφτεντελοειδή άσματα, που βαφτίζονται παραδοσιακά για χάρη του κεφιού και του γλεντιού.

Κατακρεουργημένοι δημοτικοί λαϊκοί στίχοι πάνω σε κακοπαιγμένους μουσικούς παραδοσιακούς δρόμους, συντελούν στο να δημιουργηθεί μια νέα κατηγορία ασμάτων, τα «δημοτικοσκυλάδικα». Πόσες φορές δεν έχουμε βρεθεί σε κάποιο πανηγύρι στην Ήπειρο ή σε κάποιο χορό ηπειρώτικου συλλόγου και να περνάει η βραδιά ακούγοντας τσιφτεντέλια, ζεμπέκικα και  οτιδήποτε άλλο, εκτός από παραδοσιακή μουσική;  Βέβαια αυτό είναι και η ευκολία των μουσικών.

Πόσοι απ’ τους χιλιάδες σημερινούς οργανοπαίχτες και τραγουδιστές, που κατακλύζουν κάθε καλοκαίρι τις πλατείες μπορούν να βγάλουν πέρα ένα παραδοσιακό με όλη τη σημασία, ηπειρώτικο πανηγύρι, με σκοπούς που απαιτούν δεξιοτεχνία και μεγάλες αντοχές; Να θυμηθούμε τι είπε κάποτε ο μπαρμπα- Τάσος Χαλκιάς, ο θρύλος του κλαρίνου, σε κάποια από τις λίγες συνεντεύξεις του: « όταν πια είχα γεράσει δεν άντεχαν τα πνευμόνια μου να βγάλω πέρα τα δικά μας πανηγύρια, τα ηπειρώτικα, πήγαινα σε πανηγύρια στην Πελοπόννησο, εκεί τα πράγματα ήταν πιο εύκολα..».

Υπάρχει όμως ελπίδα. Υπάρχουν αρκετοί σήμερα οργανοπαίχτες κυρίως κλαριντζήδες, απόγονοι οι περισσότεροι παλιότερων μουσικών οικογενειών θρύλων, Χαλκιάδες, Σουκαίοι, Καρακωσταίοι, Δάμος, Καψάλης, Φιλιππίδης και αρκετοί ακόμα, οι οποίοι σέβονται το δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι και αποτελούν τον πυρήνα, αφού γύρω απ’ αυτούς υπάρχουν πολλά νέα παιδιά, που ακολουθούν τα παραδοσιακά βήματά τους. Πολύ καλή δουλειά γίνεται επίσης και στις σχολές των Τ.Ε.Ι. στα τμήματα παραδοσιακής μουσικής που υπάρχουν, όπου οι σπουδαστές διδάσκονται την παράδοση και την εκμάθηση παραδοσιακών οργάνων. 

Για να επανέλθω στα πανηγύρια, οι ομορφότερες στιγμές τους παραμένουν  εκείνες κοντά το πρωί, όπου οι οργανοπαίχτες παίζουν γι’ αυτούς και για τους λίγους μερακλήδες, που ξέρουν αυτές τις στιγμές και περιμένουν καρτερικά μέχρι τα χαράματα. Οι παραγγελιές διαλεχτές. Ταξίμια και σόλα, μερακλίδικοι χοροί, αυτοσχεδιασμοί χορευτών και μουσικών, η ώρα της Γενοβέφας, της Παπαδιάς, του Ήλιου και του Σκάρου. 

Το Θοδωριανίτικο πανηγύρι. 

Στην Ήπειρο τα πανηγύρια και οι παραδοσιακοί χοροί, αποτελούν ακόμα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των κατοίκων. Υπάρχουν πανηγύρια σχεδόν σε όλα τα Τζουμερκοχώρια,  

 
                                     Θεοδώριανα: Πανηγύρι του 2007

που κρατούν ακόμα κάτι από τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα. Ένα απ’ αυτά είναι και το πανηγύρι στο  χωριό μας τα Θεοδώριανα, απ’ τα πιο ονομαστά. Κάθε Δεκαπενταύγουστο χιλιάδες συγχωριανοί, φίλοι  και επισκέπτες έρχονται στο χωριό μας για το πανηγύρι. Όχι ότι τα πράγματα είναι κατά πολύ  διαφορετικά, αλλά το πανηγύρι μας σώζεται ακόμα κυρίως γιατί:

 Έχει έντονο το χαρακτήρα του ανταμώματος μεταξύ των συγχωριανών, που έχουν σκορπίσει παντού. Είναι η ευκαιρία ν’ ανταμώσουν συγγενείς, φίλοι, παλιοί συμμαθητές, να τα πουν, να μάθουν γι’ αυτούς που λείπουν, να θυμηθούν αυτούς που έφυγαν για πάντα.

Κρατά ακόμα το θρησκευτικό του χαρακτήρα. Η πομπή των πιστών με τα πόδια καθώς κατεβαίνει απ’ το ξωκκλήσι της, με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια, καθώς πλησιάζει στο χωριό, δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο κατάνυξης και παραπέμπει σίγουρα σε παλιότερες πιο  αυθεντικές εποχές.

Αλλά αυτό που έχει κάνει το πανηγύρι μας ξακουστό είναι ο χορός το απόγευμα στις 15 και 16 Αυγούστου στην πλατεία του χωριού. Όλοι συγκεντρώνονται και χορεύουν το «διπλοκάγγελο», που έχει τις ρίζες του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ανάλογος χορός γίνεται και σ’ άλλα Τζουμερκοχώρια, αλλά και στα γειτονικά χωριά του Αχελώου. Λέγεται διπλοκάγγελο γιατί οι χορευτές κάνουν χορεύοντας καγγέλια δηλαδή φιδωτές στροφές καλύπτοντας όλη την πλατεία, και γιατί χορεύουν σε δυο σειρές, μπροστά οι γυναίκες και πίσω οι άντρες.

Τέλος το τραγούδι της Κωστηλάτας με τις παραλλαγές του, γνωστό στο πανελλήνιο, που χορεύεται στο διπλοκάγγελο, προσδίδει στο πανηγύρι τον ηρωικό χαρακτήρα που χρειάζεται, μιας και αναφέρεται στο λιβάδι της Κωστηλάτας και θυμίζει τον αγώνα και τον ξεσηκωμό των Θεοδωριανιτών  κατά των τσιφλικάδων, που το είχαν αγοράσει από τους Τούρκους.

Κατά τα άλλα τα υπόλοιπα είναι τα ίδια και αν δεν υπάρξει κάποια καλή κομπανία με κάποιο απ’ τα γνωστά καλά παραδοσιακά κλαρίνα, οι βραδιές του πανηγυριού μας  δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από ένα σύγχρονο κοινό  νεοελληνικό γλέντι, κακόγουστο πολλές φορές.